![]() |
| Sir Lawrence Alma - Tadema Ο Φειδίας και η Ζωφόρος του Παρθενώνα (1868) |
![]() |
| Θεματική Ενότητα: Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό (ΕΛΠ 10), ακαδημαϊκό έτος 2013 - 2014, 1η γραπτή εργασία μου. |
Στο κείμενο που ακολουθεί, μετά από μια σύντομη αναφορά στο
ζωγράφο του πίνακα «Ο Φειδίας και η Ζωφόρος του Παρθενώνα»
τον Sir Lawrence Alma-Tadema, θα προσδιορίσουμε το
είδος τέχνης, τα αίτια της διαμόρφωσής της και την κοινωνική τάξη που εκφράζει
το έργο αυτό στην Ευρώπη του 19ου αιώνα.
Θα αναφερθούμε στον Φειδία και στη ζωφόρο του Παρθενώνα, θα εξηγήσουμε το
ενδιαφέρον των ξένων για τις αρχαιότητες στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, και ειδικότερα του Sir Lawrence Alma-Tadema. Θα περιγράψουμε εν
συντομία την μέριμνα για τις αρχαιότητες και την οργάνωση της αρχαιολογικής
έρευνας στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα.
ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ
Η Υψηλή Τέχνη
και η κυρίαρχη Αστική Τάξη στην Ευρώπη του 19ου αιώνα.
Ο ζωγράφος του πίνακα «Ο
Φειδίας και η Ζωφόρος του Παρθενώνα», Sir Lawrence Alma-Tadema (1836–1912), ήταν Ολλανδός που απέκτησε
τη βρετανική ιθαγένεια, μέλος του Τάγματος της Αξίας, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας.
Ανήκε στην Ακαδημαϊκή Σχολή Ζωγραφικής και έδρασε στα τέλη της βικτωριανής
εποχής στην Αγγλία.[1]
Ο Tadema σε ηλικία 26 ετών ταξίδεψε για
πρώτη φορά στο Λονδίνο για να επισκεφθεί τη Διεθνή Έκθεση. Τότε επισκέφθηκε και
το Βρετανικό Μουσείο, όπου αντίκρισε την αρχαιοελληνική τέχνη, τα μάρμαρα του
Παρθενώνα, και εντυπωσιάστηκε πολύ. Την επόμενη χρονιά το 1863 ταξίδεψε στην
Ιταλία στη Φλωρεντία, τη Ρώμη, τη Νάπολη
και την Πομπηία μελετώντας την ρωμαϊκή αρχαιότητα.[2]
Η κλασσική αρχαιότητα και η μεγαλοπρέπεια της Ρώμης αποτελούν τα κύρια θέματά
του και οι πίνακές του εστιάζουν στη ρεαλιστική απεικόνιση του ανθρώπινου
σώματος και του φωτεινού λευκού μαρμάρου. Μελετά βιβλία αρχιτεκτονικής και
συλλέγει φωτογραφίες από αρχαία μνημεία ώστε να αποδίδει με τη μέγιστη ακρίβεια
και τελειότητα τα κτίσματα, την διακόσμησή τους, ακόμα και την "υφή"
τους.[3]
Ο πίνακας ζωγραφικής με τίτλο «Ο
Φειδίας και η Ζωφόρος του Παρθενώνα», εκτίθεται στο Birmingham Museums and Art Gallery (Birmingham, United Kingdom)[4]
κι αναπαριστά μία σκηνή από την Αθήνα του 438π.Χ.. Συγκεκριμένα, πρόκειται για την παρουσίαση του
έργου, όπως τη φαντάστηκε ο ζωγράφος, από τον ίδιο τον δημιουργό τον Φειδία σε
εξέχοντες Αθηναίους, μεταξύ των οποίων ο Περικλής με την Ασπασία και ο Σωκράτης
με τον Αλκιβιάδη.[5]
Το έργο που παρουσιάζει ο Φειδίας είναι το γλυπτό διάκοσμο της ζωφόρου του
Παρθενώνα. Η παράσταση διακρίνεται για την αυστηρή ισορροπία της που τονίζεται
από τα αρχιτεκτονικά, το εσωτερικό του Παρθενώνα, την οργάνωση του χώρου και
την επιμέλεια απόδοσης των λεπτομερειών. Η αισθητική έκφραση του καλλιτέχνη
διακρίνεται από λιτότητα, φυσική ακρίβεια, σαφήνεια στη σύνθεση, αρμονία και
διαχρονική ομορφιά. Ο ζωγράφος αποτύπωσε στον πίνακα το μεγαλείο, το κάλλος και
το αιώνιο, την αρχαιοελληνική τέχνη. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν στην Υψηλή Τέχνη
και στην τεχνοτροπία του Νεοκλασικισμού.
Η Υψηλή Τέχνη
είναι η τέχνη που καταναλώνει μια ελίτ, μια κοινωνική μειοψηφία, η οποία
κατέχει μια προνομιακή θέση σε μια ιεραρχικά δομημένη κοινωνία, σε αντίθεση με
την αμόρφωτη πλειοψηφία, λαϊκή τάξη που καταναλώνει τη λαϊκή, μαζική τέχνη,
υποπροϊόν βιομηχανικής κοινωνίας.[6]
Οι πρώτες πολιτισμικές διακρίσεις εμφανίστηκαν από την Αρχαιότητα (Πλάτων: κατά
θεάτρου, επικής και λυρικής ποίησης), αλλά γίνονται πιο συστηματικές στη
φεουδαρχική περίοδο του δυτικού πολιτισμού (8ος-18οςαι.).
Σε όλη αυτή τη περίοδο υπήρχε σύγκρουση ανάμεσα στα αισθητικά ιδεώδη της
αυλικής αυτοκρατορίας και της ανερχόμενης τάξης, από τη μια πλευρά, και των
λαϊκών στρωμάτων από την άλλη.[7]
Στο πέρασμα των αιώνων η υψηλή τέχνη δέχτηκε επιρροές από καλλιτεχνικά κινήματα
που δημιουργήθηκαν από κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές που
πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη. Τέλη 18ου αιώνα δημιουργείται το
ρεύμα του Νεοκλασικισμού που εκφράζει μέρος της ελίτ, φιλελεύθερους,
διανοούμενους Διαφωτιστές και την ανώτερη αστική τάξη. Το αισθητικό ιδεώδες που
τους ενώνει είναι η ανθρωπιστική αντίληψη για τον πολιτισμό, δηλαδή μία
ανακαινισμένη εκδοχή του Κλασικισμού. Στόχος τους ήταν η πνευματική ανάταση και
η ηθική διάπλαση (αρετή) του ανθρώπου, η γνώση του Ιδανικού και του Αληθινού με
βάση τον Ορθό Λόγο και την παιδεία, η αναβίωση των αρχαιοελληνικών κλασικών
ιδανικών της ελευθερίας. Σύμφωνα με τον Χρύσανθο Χρήστου, ο Νεοκλασικισμός
είναι «ρεύμα – φορέας μιας νέας αντίληψης, που στα τέλη του 18ου και
στις αρχές του 19ου αιώνα επηρέασε την αρχιτεκτονική και όλο το
φάσμα των εικαστικών τεχνών στην Ευρώπη. Το έναυσμα για την εξάπλωση του έδωσαν
οι ανασκαφές στην Πομπηία και στο Ηράκλειο της Καμπανία και η συγγραφική και
συλλεκτική δραστηριότητα του Γερμανού Γιόχαν Βίνκελμανν. Εμφανίζεται ως τάση
φυγής στο χρόνο, χάρη στην αναζήτηση του ιδανικά ωραίου στην τέχνη της
Αρχαιότητας, την οποία έχει ως πρότυπο μαζί με τις διατυπώσεις της Ιταλικής
Αναγέννησης και ιδιαίτερα του Ραφαήλ. Με την αναβίωση τύπων της κλασικής
Αρχαιότητας δίνεται έμφαση στη συμμετρία και τη στατικότητα, την εξιδανίκευση
και τη λιτότητα των μορφών, στα πλαστικά στοιχεία και τη σαφήνεια της
σύνθεσης».[8]
Το νέο αυτό αισθητικό ιδεώδες ονομάστηκε από τα μέλη της Royal Academy of Arts στην Αγγλία μεγάλο ή υψηλό ύφος (grand manner) ή απλά Υψηλή Τέχνη (High Art). Ο
Νεοκλασικισμός με το ιδεώδες της υψηλής τέχνης υπήρξε το πρώτο πραγματικά
διεθνές ύφος.[9]
Εμφάνιση του Ρομαντισμού, αντίθετη του Νεοκλασικισμού, εκφράζει ιδανικά μεσαίας
αστικής τάξης. Στην εποχή της
Βιομηχανικής Επανάστασης (1850- τέλη 19ου αιώνα) η κυρίαρχη αστική
τάξη είναι η ελίτ που εκφράζει την υψηλή τέχνη. Οι αστοί διαδραμάτισαν
κυρίαρχο ρόλο στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Έπειτα από μακραίωνη οικονομική, κοινωνική και
πολιτική κυριαρχία της αριστοκρατίας
κατά τον Μεσαίωνα, οι αστοί εμφανίστηκαν δυναμικά στο προσκήνιο της ιστορίας,
προπάντων στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη. Οι αστοί κατείχαν δεσπόζουσα
θέση, πρωταγωνιστές και κύρια
ωφελημένοι τριών θεμελιακών φαινόμενων που καθόρισαν την οικονομική,
πολιτική και γεωπολιτική εξέλιξη της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου κατά τον
19ο: της εκβιομηχάνισης,
του φιλελευθερισμού και του εθνικισμού αντίστοιχα. Αστοί στελέχωσαν τη δημόσια διοίκηση σε
μεγάλο βαθμό σε μια εποχή
σημαντικής ποιοτικής και ποσοτικής
ανάπτυξης του κράτους, αστοί ήταν οι περισσότεροι επιστήμονες και τεχνικοί σε μια εποχή επιστημονικής και τεχνολογικής έκρηξης
χωρίς προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία. Παράγοντες όπως ταχεία
εκβιομηχάνιση και αστικοποίηση,
κυρίως στη Δυτική Ευρώπη, η ευρωπαϊκή αποικιακή επέκταση
στον υπόλοιπο κόσμο και η ενσωμάτωση
εκτεταμένων περιοχών του πλανήτη στο διεθνές κεφαλαιοκρατικό σύστημα, η εδραίωση κοινοβουλευτικών θεσμών που οριοθετούσαν το δικαίωμα ψήφου, η αλματώδης αύξηση της εκπαίδευσης, της επιστήμης και των ελεύθερων επαγγελμάτων, έδωσαν τεράστια οικονομική δύναμη, κοινωνικό γόητρο
και πολιτική επιρροή στα μεγαλοαστικά και μεσοαστικά στρώματα.[10]
Η επανάσταση που άλλαξε την όψη της Ευρώπης
στο 19ο αιώνα επεκτάθηκε και στην τέχνη, αλλάζοντας της
φυσιογνωμία ακόμα και τη σημασία. Η
αστική τάξη υπερασπίζεται τα προνόμια της απέναντι στα λαϊκά στρώματα. Τα λαϊκά
στρώματα διεκδικούν την ισότιμη πρόσβασή τους στην πολιτιστική ζωή και την
εκπαίδευση. Η παρουσία τους γίνεται αισθητή και στην πολιτισμική ζωή με τον
δημοφιλή τύπο και τα διάφορα είδη δημοφιλούς λογοτεχνίας, θεάτρου και μουσικής,
είδη που οι αστοί διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες σπεύδουν να τα καταδικάσουν
και να τα στιγματίσουν ως μαζική κουλτούρα. Κορύφωση ρομαντισμού και
πανευρωπαϊκή διάδοση, αναπτύσσεται η λαογραφία, επιβεβαίωση και ανάδειξη των
πολιτισμικών παραδόσεων και ταυτοτήτων των κρατών (καλλιτεχνική νομιμοποίηση
του εθνικισμού), και καθιέρωση της λατρείας του καλλιτέχνη και της δημιουργικής
φαντασίας, αντικαθιστώντας έτσι την αφοσίωση του νεοκλασικισμού στα αρχαία
πρότυπα με την έμφαση στην προσωπική καλλιτεχνική έκφραση. Παράλληλα προωθείται
από την αστική τάξη η πολιτισμική εθνικοποίηση των ευρωπαϊκών κρατών. Καθιέρωση
από κάθε χώρα της Δύσης ενός κανόνα υψηλής εθνικής τέχνης που περιλαμβάνει τους
πιο διακεκριμένους εθνικούς καλλιτέχνες και τα έργα τους. Με αυτόν τον τρόπο, η
έννοια της υψηλής τέχνης προσαρμόστηκε στις ιδεολογικές απαιτήσεις του
εθνικισμού και θεμελιώθηκε η αξίωση της αστικής τάξης να αντιπροσωπεύει τον
προνομιακό εκφραστή της εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας. Στόχος πλέον της αστικής τάξης είναι η
εναντίωση στη σύνδεση καταναλωτισμού και τέχνης (αυθεντική αισθητικά και ηθικά
ανώτερη υψηλή τέχνη εναντίον της κερδοσκοπικής αισθητικά και ηθικά ανυπόληπτη
μαζική τέχνη), και εξωστρέφεια που
εκφράστηκε με ειδικούς θεσμούς, εκπαίδευση, μουσεία και με τη λειτουργία
πολλαπλών δημόσιων κέντρων υψηλής τέχνης, Εθνικό Κρατικό Ωδείο, Ανώτατη Σχολή
Καλών Τεχνών, Εθνική Πινακοθήκη, Εθνικό Θέατρο και άλλα.[11]
ΔΕΥΤΕΡΗ
ΕΝΟΤΗΤΑ
Ο Φειδίας, η
Ζωφόρος του Παρθενώνα και το ενδιαφέρων των ξένων για τις αρχαιότητες (τέλη 18ου
-αρχές 19ου αιώνα)
Ο Φειδίας
(490-420π.Χ.) Αθηναίος, γλύπτης και αρχιτέκτων. Συνδέθηκε στενά με τον Περικλή,
ο οποίος του ανέθεσε τη συνολική εποπτεία και το συντονισμό των οικοδομικών
εργασιών στο βράχο της Ακρόπολης. Παράλληλα, φιλοτέχνησε το γλυπτό διάκοσμο του
Παρθενώνα, ο οποίος τον ανέδειξε και τον καθιέρωσε ως το σημαντικότερο γλύπτη
της Αρχαιότητας. Η συνεχής ανάγλυφη ζωφόρος (447-432π.Χ), συνολικού μήκους
160μ. και ύψους 1,02μ., που περιέτρεχε το πάνω μέρος του σηκού του Παρθενώνα.
Αποτελούνταν από 115 συνεχόμενους λίθους και απεικόνιζε την πομπή των Μεγάλων
Παναθηναίων, δηλαδή της μεγάλης θρησκευτικής γιορτής, που διοργανωνόταν κάθε
τέσσερα χρόνια προς τιμήν της πολιούχου της πόλης της Αθηνάς. Η ζωφόρος σχεδιάστηκε από τον Φειδία
ως τμήμα του ενιαίου εικονογραφικού προγράμματος του ναού, που περιελάμβανε
επίσης σκηνές που αφορούσαν σε αγώνες της Αθηνάς και των Αθηναίων. Για την
ανατολική πλευρά επέλεξε τη Γιγαντομαχία, για τη δυτική την Αμαζονομαχία, για
τη νότια την Κενταυρομαχία και τη βόρεια σκηνές από τον Τρωικό Πόλεμο. Στο
ανατολικό αέτωμα απεικόνισε τη γέννηση της Αθηνάς από το κεφάλι του Δία και στο
δυτικό τη διαμάχη του Ποσειδώνα και της Αθηνάς για το ποιος θα γινόταν
προστάτης της Αθήνας. Η σημασία της
ζωφόρου έγκειται στη θεματολογία της και στην υψηλή αισθητική της. Τα
μεγαλύτερα τμήματα της ζωφόρου του Παρθενώνα εκτίθενται στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης
και στο Βρετανικό Μουσείο, μικρότερα τμήματα υπάρχουν διάσπαρτα σε άλλα
ευρωπαϊκά μουσεία.[12]
Τα έργα του Φειδία ήταν πολλά και αξιόλογα όπως το χρυσελεφάντινο άγαλμα της
Αθηνάς που φυλασσόταν στον Παρθενώνα, η Αθηνά Πρόμαχος, η χάλκινη Αθηνά Λιμνία,
ο χάλκινος Απόλλων Παρνόπιος, και άλλα. Ως ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου
κόσμου θεωρούνταν το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία (466-456 π.Χ.). Έργα του
Φειδία ή τεμάχια αυτών, καθώς και αντίγραφα, βρίσκονται σε πολλά μουσεία των διαφόρων
πόλεων όλων σχεδόν των χωρών της Ευρώπης.[13]
Στο Βρετανικό Μουσείο είδε και ο Tadema τα γλυπτά
της Ζωφόρου του Φειδία, που έκλεψε από τη
Ελλάδα ο Thomas Bruce, ο έβδομος
κόμης του Έλγιν, και ζωγράφισε τον πίνακα. Ο Tadema είχε
εντυπωσιαστεί από τον αρχαίο πολιτισμό
και ζωγράφιζε σκηνές από την καθημερινότητα των αρχαίων, θέματα οικεία, γήινα
με σκοπό να ζωντανέψει το παρελθόν για τους ανθρώπους της εποχής του, το 19ο
αιώνα, και γιατί οι πλούσιοι συλλέκτες αγαπούσαν τέτοιου είδους αναπαραστάσεις
σκηνών από την αρχαιότητα.[14]
Το ενδιαφέρον των ξένων και συγκεκριμένα των Ευρωπαίων για τις αρχαιότητες
εκδηλώθηκε κυρίως στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Τότε δημιουργήθηκε το «κίνημα»
της Μεγάλης Περιήγησης (Grand Tour). Οι πρώτοι περιηγητές σημείωναν τις
εντυπώσεις τους και άφησαν βιβλία με αξιόλογο υλικό, χρήσιμες πληροφορίες και
πολύτιμα σχέδια, όπως ο Johann Joachim
Winckelmann, πατέρας της Κλασικής Αρχαιολογίας, μελέτησε την αρχαία ελληνική
ζωγραφική και γλυπτική, και ανέσκαψε στην Ποσειδωνία, την Ηράκλεια και την
Πομπηία. Η φιλελληνική αισθητική του
Winckelmann είχε τεράστια επίδραση στο ευρύτερο κοινό μέσα από οδηγούς που
έγραψε ο ίδιος για όσους πήγαιναν στη Μεγάλη Περιήγηση.[15] Το 1846 ιδρύεται στην Αθήνα η πρώτη Αρχαιολογική Σχολή (Γαλλική) με
σκοπό τη προώθηση της γνώσης στους
τομείς της γλώσσας, της ιστορίας και των ελληνικών αρχαιοτήτων.[16]
Απαραίτητο στοιχείο μόρφωσης ήταν η μελέτη των κλασικών συγγραφέων για νέους ευγενείς
και αριστοκράτες που ταξίδευαν στην Ελλάδα για σπουδές. Υπήρξαν όμως και ξένοι
που δεν σεβάστηκαν την Ελλάδα και την εθνική πολιτιστική κληρονομιά της. Εκμεταλλευόμενοι
την απουσία οργανωμένου ελληνικού κράτους λεηλάτησαν αρχαιοελληνικούς χώρους. Ανέπτυξαν
συλλεκτική δραστηριότητα με μη νόμιμο τρόπο δηλαδή έκλεψαν, κατέστρεψαν,
τεμάχισαν αρχαία, για να τα φυγαδέψουν από την Ελλάδα και να τα πάρουν στην
πατρίδα τους, όπως ο συλλέκτης Thomas Bruce, ο έβδομος
κόμης του Έλγιν που αφαίρεσε με βίαιο τρόπο τα υπέροχα γλυπτά του Παρθενώνα.[17]
Πολλές από τις αποστολές που είχαν σκοπό την αρχαιολογική έρευνα κατέληξαν στην
αρχαιοκαπηλία. Γνωστό παράδειγμα αποτελούν, οι ανασκαφές του ναού της Αθηνάς
Αφαίας στην Αίγινα το 1811 και του ναού του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες
της Φιγάλειας το 1812 από τους Cockerell, Hallerstein και άλλους. Τα γλυπτά
πουλήθηκαν αντίστοιχα στον Λουδοβίκο της Βαυαρίας και στη Μεγάλη Βρετανία, για
να καταλήξουν αργότερα στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου και στο Βρετανικό Μουσείο.[18]
Άλλοι από συλλεκτικό πάθος, που
γεννήθηκε σε πολλούς ηγεμόνες και ευγενείς, και άλλοι για επίδειξη ότι έλαβαν
μέρος στη Μεγάλη Περιήγηση είχαν σαν αποτέλεσμα να μετατρέψουν τις κύριες
οικίες τους, τα εξοχικά τους και τους
κήπους τους σε μουσεία, ναούς και σπηλιές-νυμφαία,
δίνοντας μία εντύπωση μόρφωσης και κουλτούρας.[19]
Εξίσου σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι ανάγκες των δημόσιων
Μουσείων που βοήθησαν με τον τρόπο τους στο κυνήγι αρχαίων θησαυρών
τέχνης που η λάμψη τους θα συνέβαλε στη δόξα του κράτους που θα τα είχε.[20]
ΤΡΙΤΗ
ΕΝΟΤΗΤΑ
Η
μέριμνα για τις αρχαιότητες και η οργάνωση της αρχαιολογικής έρευνας στην
Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα.
Η μέριμνα για την προστασία των
αρχαιοτήτων εκδηλώθηκε πολύ πριν από την σύσταση του ελληνικού κράτους. Αρχές
του 19ου αιώνα εμφανίστηκε στην Ελλάδα η πνευματική κίνηση «Νεοελληνικός
Διαφωτισμός» που είχε στόχο την πνευματική αναγέννηση του έθνους (ίδρυση
σχολείων, εκπαίδευση νέων, σύνδεση πνευματικής αναγέννησης με τη διάσωση των
αρχαιοτήτων). Ένας από τους λόγιους της κίνησης, ο Αδαμάντιος Κοραής, είναι ο
πρώτος που διατύπωσε συγκεκριμένες προτάσεις για το θέμα της προστασίας των
αρχαιοτήτων. Μεταξύ άλλων πρότεινε τη σύσταση Μουσείου.[21]
Ακολουθεί η ίδρυση της Φιλόμουσος Εταιρεία στην Αθήνα με σκοπό τη βελτίωση της
παιδείας των υπόδουλων Ελλήνων και τη διάσωση της αρχαιολογικής κληρονομιάς. Η
δραστηριότητα της Προσωρινής Διοίκησης των Ελλήνων στα χρόνια του επαναστατικού
αγώνα: απαγόρευσε την πώληση και μεταφορά αρχαιοτήτων εκτός επικράτειας,
επέβαλε τη συγκέντρωση και φύλαξη αρχαιοτήτων σε ασφαλή μέρη, και διόρισε
«Εφόρους Παιδείας» σε κάθε περιοχή, με υποχρέωση να εντοπίζουν, να
συγκεντρώνουν σε σχολεία και να καταγράφουν αρχαιότητες. Κρατική μέριμνα και το
πρώτο βήμα για τη συστηματική οργάνωση του αρχαιολογικού έργου από τον
Κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια: εξέδωσε διατάγματα για τον περιορισμό
της αρχαιοκαπηλίας και την αναγκαιότητα παραμονής των αρχαιοτήτων στην Ελλάδα,
διόρισε Έκτακτους Επιτρόπους με
αρχαιολογικές αρμοδιότητες της επαρχίες, διευκόλυνε τη διενέργεια ανασκαφών στην
αρχαία Ολυμπία από Γάλλους αρχαιολόγους, μερίμνησε για την ίδρυση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην Αίγινα.
Στα χρόνια της Αντιβασιλείας: οργάνωση της αρχαιολογικής έρευνας υπό την
κρατική αιγίδα, σύσταση της
Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, θέσπιση ειδικού αρχαιολογικού νόμου, ίδρυση της
Αρχαιολογικής Εταιρείας. Κρατικό ενδιαφέρον κατά την Οθωμανική περίοδο:
αναβίωση της Αρχαιολογικής Εταιρείας και την πρόσκληση διάσημων Ευρωπαίων και
Ελλήνων αρχιτεκτόνων για συμμετοχή σε ανασκαφές, σχεδιασμό και αναστήλωση
αθηναϊκών αρχαίων μνημείων, και για ανέγερση των μεγάλων νεοκλασικών δημόσιων
κτιρίων της Αθήνας. Το 1846 ιδρύεται η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή στην Αθήνα (η
πρώτη ξένη σχολή-οργανισμός που διενεργεί ανασκαφές στην Ελλάδα).
Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου
αιώνα (1875-1900), σημειώθηκαν
σημαντικές εξελίξεις. Η Αρχαιολογική Εταιρεία επεκτείνει τις ανασκαφικές της
δραστηριότητες και εκτός Αθήνας (Ελευσίνα, Βοιωτία, Πελοπόννησος-Επίδαυρος,
Κυκλάδες), και προβαίνει σε ενέργειες για αγορά αρχαιοτήτων από ιδιώτες,
απαλλοτριώσεις, πρώτες αναστηλώσεις και αποκαταστάσεις αρχαίων μνημείων, όπως
Λέων Χαιρώνειας, τύμβος Μαραθώνα, Ακρόπολη των Αθηνών. Από τον Γενικό Έφορο
Παναγιώτη Καββαδία: έκδοση πρώτου επιστημονικού περιοδικού με τίτλο
«Αρχαιολογικό Δελτίο», σύνταξη και ψήφιση νέου αρχαιολογικού νόμου που ισχύει μέχρι και σήμερα. Συγχρόνως έκδοση
και διανομή εγκυκλίων και φυλλαδίων για τη φύλαξη των αρχαιοτήτων, αλλά
δυστυχώς η αρχαιοκαπηλία συνεχίζεται. Μετά τη Γαλλική Σχολή ιδρύονται στην
Αθήνα οι Αρχαιολογικές Σχολές Γερμανική, Αμερικανική, Βρετανική και Αυστριακή
πρόκειται για οργανωμένες αποστολές που λειτουργούν με ξένα κεφάλια και με την
άδεια του Ελληνικού κράτους. Στο ευρύτερο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής
σκηνής (αρχή της «Μεγάλης Ιδέας») και των ανταγωνιστικών συμφερόντων των
ευρωπαϊκών κρατών στην Ανατολική Μεσόγειο, διενεργούνται ανασκαφές στην Ολυμπία
(Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο), στους Δελφούς (Γαλλική Σχολή Αθηνών).
Ανασκαφική δραστηριότητα Ερρίκου Σλήμαν στις Μυκήνες. Ανασκαφική και εκδοτική
δραστηριότητα του Χρήστου Τσούντα, πρόδρομο της προϊστορικής αρχαιολογίας. Ιδρύεται
η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία και οργανώνεται η πρώτη έκθεση με βυζαντινά
κειμήλια. Επέκταση της αρχαιολογικής έρευνας εκτός ελληνικής επικράτειας από
Αμερικανούς, Ευρωπαίους και Έλληνες στη Κρήτη (αυτόνομη Κρητική Πολιτεία έχει
αρχαιολογικό νόμο και ξεχωριστή αρχαιολογική υπηρεσία, σύσταση Φιλεκπαιδευτικού
Συλλόγου), στη Σάμο (ψήφισε ειδικούς νόμους περί αρχαιοτήτων, ίδρυση
αρχαιολογικού μουσείου, ίδρυση πολιτιστικών συλλόγων με στόχο τη διενέργεια
ανασκαφών), στη Ρόδο και στη Σαμοθράκη. Τέλος, ίδρυση νέων αρχαιολογικών μουσείων στην Αθήνα (Εθνικό
Αρχαιολογικό Μουσείο, Νομισματικό Μουσείο, Επιγραφικό Μουσείο), αλλά και σε
μεγάλους αρχαιολογικούς χώρους εκτός Αθηνών και σε επαρχιακές πόλεις, και
ίδρυση πολιτιστικών συλλόγων ή «εταιρειών» στην ελληνική επικράτεια αλλά και στις
τουρκοκρατούμενες περιοχές, με πλούσια δράση.[22]
Ο
αρχαιοελληνικός πολιτισμός ανέκαθεν έλκυε και
συγκινούσε τους ξένους. Αυτός όμως δεν είναι λόγος μέρος της
αρχαιοελληνικής τέχνης να βρίσκεται στο
εξωτερικό και να εκτίθεται στα εκεί Μουσεία. Πέρασαν σχεδόν δύο αιώνες, έγιναν
πολλές και σημαντικές προσπάθειες να επιστρέψουν τα μάρμαρα του Παρθενώνα, όπως
και άλλα γλυπτά, στον τόπο δημιουργίας τους, αλλά δυστυχώς στο νέο Μουσείο της
Ακρόπολης υπάρχουν αντίγραφα αυτών. Η αρχαιοκαπηλία στην πατρίδα μας
συνεχίζεται και σήμερα στον 21ο αιώνα, η κλοπή έργων τέχνης από την
Εθνική Πινακοθήκη το 2011 και από το Μουσείο της Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων
το 2012 στην Ολυμπία. Η αρχαία ελληνική τέχνη είναι παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά
το νόμιμο και το ιδανικό είναι να θαυμάζεται στον τόπο που γεννήθηκε.
Βιβλιογραφία
Δρ. Βαρβιτσιώτης Γ., Λεξικών Αρχαίων Ελλήνων Θεμελιωτών του
Παγκόσμιου Πολιτισμού, Γεωργιάδης Β΄έκδοσις, Αθήναι, 1997,
Βούρτσης Ι., Μανακίδου
Ε., Πασχαλίδης Γ., Σμπόνιας Κ., «Εισαγωγή
στον Ελληνικό Πολιτισμό», Τομ. Α΄, εισηγ. Γ. Πασχαλίδης, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα
1999,
Βούρτσης Ι., Μανακίδου
Ε., Πασχαλίδης Γ., Σμπόνιας Κ., «Εισαγωγή
στον Ελληνικό Πολιτισμό», Τομ. Α΄, εισηγ. Ε. Μανακίδου, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα
1999,
Γκαζή Α., Νούσια
Τ., "Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο, Μουσειολογία, Μέριμνα για τις
Αρχαιότητες", τόμος Γ, εισηγ. Γκαζή Αν., εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2003,
Ετιέν Ρολάν και
Φρανσουάζ, Αρχαία Ελλάδα. Η Αρχαιολογία
μιας ανακάλυψης, Μτφρ Λ. Παπαλάσκαρη – Γερ. Γέρμνας,
εκδόσεις Δεληθανάσης, Αθήνα 2000,
Bahn P. (επιμ.), The Cambridge Illustrated History of Archaeology,
C.U.P., Cambridge 1996,
National Geographic, Ιστορικά μνημεία
της Ελλάδας, Αρχαία Ελλάδα – Ακρόπολη, εκδότης Γιώργος Κοπελιάδης, ειδική
έκδοση για το Έθνος της Κυριακής, Αθήνα, 2013,
Χρήστου Χρύσανθος,
Η Εθνική Πινακοθήκη. Ελληνική ζωγραφική
19ος-20ος αιώνας, Εκδοτική Αθηνών, 1992,
Δικτυογραφία
1. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CF%8E%CF%81%CE%B5%CE%BD%CF%82_%CE%86%CE%BB%CE%BC%CE%B1-%CE%A4%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BC%CE%B1 [πρόσβαση 02-11-2013]
2.
http://mouseiongallery.blogspot.gr/2013/05/lawrence-alma-tadema.html
[πρόσβαση 27-10-2013]
3. https://www.artrenewal.org/pages/artist.php?artistid=8 [πρόσβαση 02-11-2013]
4.
https://www.artrenewal.org/pages/artwork.php?artworkid=595&size=large [πρόσβαση 02-11-2013]
5.
Ιστορία-Τέχνες-Πολιτισμός,
Η εισβολή των Αστών στην Ευρωπαϊκή
σκηνή/Επικράτηση Φιλελευθερισμού- Εμφάνιση Σοσιαλισμού και Συνδικαλισμού, 19ος
αιώνας, 2013,
[1] El.wikipedia, Λώρενς Άλμα-Τάντεμα, 11
Οκτωβρίου 2013,
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CF%8E%CF%81%CE%B5%CE%BD%CF%82_%CE%86%CE%BB%CE%BC%CE%B1-%CE%A4%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BC%CE%B1
[πρόσβαση 02-11-2013]
[2] Vern Grosvenor
Swanson, Ph.D., Sir Lawrence Alma Tadema -Chapter 2: Antwerp (1852-65), 1994, https://www.artrenewal.org/pages/artist.php?artistid=8 [πρόσβαση 02-11-2013]
[3] Mouseiongallery, Lawrence Alma-Tadema, 2013,
http://mouseiongallery.blogspot.gr/2013/05/lawrence-alma-tadema.html [πρόσβαση 27-10-2013].
[5] Εκφώνηση εργασίας
[6] Βούρτσης
Ι., Μανακίδου Ε., Πασχαλίδης Γ., Σμπόνιας Κ., «Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό», Τομ. Α΄, εισηγ. Πασχαλίδης Γ., Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 1999, σσ 76
- 77,
[7] Πασχαλίδης Γ., ό.π. σσ 78-80
[8] Χρήστου
Χρύσανθος, Η Εθνική Πινακοθήκη. Ελληνική
ζωγραφική 19ος-20ος αιώνας, Εκδοτική Αθηνών, 1992, σσ
262-263.
[9] Πασχαλίδης Γ. , ό.π. σσ 81,83
[10]Ιστορία-Τέχνες-Πολιτισμός, Η εισβολή
των Αστών στην Ευρωπαϊκή σκηνή/Επικράτηση Φιλελευθερισμού-
Εμφάνιση
Σοσιαλισμού και Συνδικαλισμού, 19ος αιώνας, 2013, http://istoriatexnespolitismos.wordpress.com/
[πρόσβαση
27-10-2013].
[11] Πασχαλίδης Γ., ό.π. σσ 83-85
[12] National
Geographic, Ιστορικά μνημεία της Ελλάδας,
Αρχαία Ελλάδα – Ακρόπολη, εκδότης Γιώργος Κοπελιάδης,
ειδική έκδοση για το Έθνος της
Κυριακής, Αθήνα, 2013, σσ 26,27, 39
[13] Δρ.
Βαρβιτσιώτης Γ., Λεξικών Αρχαίων Ελλήνων
Θεμελιωτών του Παγκόσμιου Πολιτισμού, Γεωργιάδης
Β΄έκδοσις, Αθήναι, 1997,
σσ 432,433.
[14] Vern Grosvenor Swanson, Ph.D., Sir
Lawrence Alma Tadema -Chapter 2:
Antwerp (1852-65), 1994,
https://www.artrenewal.org/pages/artist.php?artistid=8 [πρόσβαση 02-11-2013]
[15] Bahn P. (επιμ.), The
Cambridge Illustrated History of Archaeology, C.U.P., Cambridge 1996, σσ. 49-64
[16] Βούρτσης
Ι., Μανακίδου Ε., Πασχαλίδης Γ., Σμπόνιας Κ.,, «Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό», Τομ. Α΄, εισηγ.
Μανακίδου Ε., Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα
1999, σσ 182,
[17] Bahn P,
ό.π. σσ. 49-64
[18] Γκαζή Α., Νούσια Τ., "Αρχαιολογία στον Ελληνικό
Χώρο, Μουσειολογία, Μέριμνα για τις Αρχαιότητες", τόμος Γ,
εισηγ. Γκαζή Αν., εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα
2003, σσ 156
[19] Bahn P., ό.π. σσ. 49-64
[20] Ετιέν
Ρολάν και Φρανσουάζ, Αρχαία Ελλάδα. Η
Αρχαιολογία μιας ανακάλυψης, Μτφρ Λ. Παπαλάσκαρη – Γερ.
Γέρμνας, εκδόσεις Δεληθανάσης, Αθήνα
2000, σσ 65-66
[21] Γκαζή Αν., ό.π. σσ 157
[22] Μανακίδου Ε., ό.π. σσ 177-190
Το κείμενο, η εργασία για το Πανεπιστήμιο, είναι δικό μου.
Αίγλη Μότσιου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.